Πατήστε εδώ για την αυτόματη μετάφραση του κάτωθι κειμένου.
Η ενίσχυση του ευρωπαϊκού εφοδιασμού με πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας είναι καθοριστική για την Πράσινη Συμφωνία και την ανθεκτικότητα των καίριων βιομηχανικών κλάδων  

Το σχέδιο δράσης για τις πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα τέλη Σεπτεμβρίου 2020 αποτελεί αντικείμενο γνωμοδότησης η οποία θα συζητηθεί από τους τοπικούς και τους περιφερειακούς ηγέτες κατά τη σύνοδο ολομέλειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών (ΕτΠ) στις 18 Μαρτίου. Πολλοί καίριοι βιομηχανικοί κλάδοι, ιδίως εκείνοι που σχετίζονται με μελλοντοστρεφείς τεχνολογίες, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας, οι περισσότερες από τις οποίες εισάγονται από τρίτες χώρες. Η γνωμοδότηση που κατήρτισε η Isolde Ries (DE/PES), Α΄ Αντιπρόεδρος του κοινοβουλίου του ομόσπονδου κρατιδίου του Σάαρ, υπογραμμίζει την ανάγκη αντιμετώπισης της υπερβολικής εξάρτησης της ΕΕ από τρίτες χώρες με την προώθηση της κυκλικής χρήσης των πόρων, τη βελτίωση των αλυσίδων ανακύκλωσης και εφοδιασμού και την επέκταση της εξόρυξης πρώτων υλών κρίσιμης σημασίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η γνωμοδότηση τονίζει επίσης ότι οι τοπικές και οι περιφερειακές αρχές πρέπει να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη διασφάλιση της μελλοντικής προμήθειας πρώτων υλών κρίσιμης σημασίας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ορίζει τις πρώτες ύλες ως κρίσιμης σημασίας εάν είναι πρωταρχικής σημασίας για την οικονομία και δεν υφίσταται αξιόπιστος και βιώσιμος εφοδιασμός τους από πηγές πρώτων υλών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Στην ΕΕ εξορύσσεται ή παράγεται ποσοστό χαμηλότερο του 5% των πρώτων υλών κρίσιμης σημασίας παγκοσμίως , ενώ το μερίδιο των βιομηχανιών της ΕΕ στην παγκόσμια κατανάλωση αυτών των πόρων ανέρχεται σε ποσοστό περίπου 20%. Ο ασφαλής και βιώσιμος εφοδιασμός με πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας είναι ζωτικής σημασίας για τις καίριες ευρωπαϊκές βιομηχανίες, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η χαλυβουργία και η βιομηχανία στον τομέα της υγείας, που απασχολούν εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες. Η ΕΕ εξαρτάται ιδιαίτερα από τις εισαγωγές πρώτων υλών κρίσιμης σημασίας που αποτελούν βασικές συνιστώσες των μελλοντοστρεφών τεχνολογιών, όπως οι συσσωρευτές ή οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες συμβάλλουν στην προαγωγή της πράσινης μετάβασης στην Ευρώπη. Η ζήτηση για αυτούς τους πόρους θα συνεχίσει να αυξάνεται κατακόρυφα τις επόμενες δεκαετίες.

Η εισηγήτρια Isolde Ries (DE/PES), Πρώτη Αντιπρόεδρος του κοινοβουλίου του ομόσπονδου κρατιδίου του Σάαρ, δήλωσε: «Οι σύγχρονες οικονομίες με μεγάλες αλυσίδες αξίας δεν μπορούν να λειτουργήσουν μακροπρόθεσμα χωρίς αξιόπιστο, ασφαλή, ανταγωνιστικό και φιλικό προς το περιβάλλον εφοδιασμό με πρώτες ύλες. Πρέπει να διαφυλάξουμε την πρόσβαση της ΕΕ σε πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας μέσω της αποδοτικής χρήσης των πόρων, των βιώσιμων προϊόντων και της καινοτομίας. Ο ασφαλής και αξιόπιστος εφοδιασμός με πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας κατά τρόπο περιβαλλοντικά και κοινωνικά περισσότερο υπεύθυνο, δεν είναι ζωτικής σημασίας μόνο για τις καίριες ευρωπαϊκές βιομηχανίες και τις εκατομμύρια θέσεις εργασίας που εξαρτώνται από αυτές, αλλά και για την επιτυχή υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας».

Η γνωμοδότηση επισημαίνει ότι οι τοπικές και οι περιφερειακές αρχές πρέπει να διαδραματίσουν ουσιώδη ρόλο στη διασφάλιση του μελλοντικού εφοδιασμού με πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας διότι είναι άμεσα υπεύθυνες για την έγκριση και την εποπτεία βιομηχανικών έργων που σχετίζονται με τη χρήση ή την εξόρυξη πρώτων υλών κρίσιμης σημασίας εντός της ΕΕ. Η γνωμοδότηση ζητεί επίσης τη σημαντική ενίσχυση της ικανότητας ανακύκλωσης στην επικράτεια της ΕΕ. Επιπλέον, ο εφοδιασμός με πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας προερχόμενες από τρίτες χώρες θα πρέπει να διαφοροποιηθεί και η εγχώρια εξόρυξη πρώτων υλών κρίσιμης σημασίας να υποστηριχθεί πολιτικά και οικονομικά για τη μείωση της εξάρτησης της ΕΕ από τις εισαγωγές από τρίτες χώρες. Το σημείο αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό τόσο για τις νυν όσο και για τις πρώην ευρωπαϊκές περιοχές εξορυκτικών δραστηριοτήτων, οι οποίες θα πρέπει να διερευνήσουν εάν υπάρχουν ευκαιρίες εξόρυξης πρώτων υλών στην περιοχή τους.

Η ΕτΠ επικροτεί τη δρομολόγηση της ευρωπαϊκής συμμαχίας για τις πρώτες ύλες , η οποία ανακοινώθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ταυτόχρονα με το σχέδιο δράσης της και είναι ανοικτή σε όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, συμπεριλαμβανομένων των περιφερειών.

Το τελικό αποτέλεσμα της ψηφοφορίας επί της γνωμοδότησης θα ανακοινωθεί στο τέλος της συνόδου ολομέλειας, στις 19 Μαρτίου.

Γενικές πληροφορίες:

Τον Σεπτέμβριο του 2020, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε το Σχέδιο δράσης για τις πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας . Κάθε τριετία, η Επιτροπή δημοσιεύει κατάλογο πρώτων υλών κρίσιμης σημασίας στην ΕΕ. Το 2020, 30 πρώτες ύλες χαρακτηρίστηκαν κρίσιμης σημασίας, μεταξύ των οποίων αρκετές που αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για τον τομέα της ενέργειας, όπως για παράδειγμα το λίθιο και το κοβάλτιο. Το 2011, μόνο 14 πρώτες ύλες είχαν χαρακτηριστεί ως κρίσιμης σημασίας. Ο κατάλογος και περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις πρώτες ύλες διατίθενται εδώ . Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε επίσης μελέτη ανάλυσης προοπτικών σχετικά με τις πρώτες ύλες κρίσιμης σημασίας για τεχνολογίες και τομείς στρατηγικής σημασίας στην ΕΕ.

Εκτός από το σχέδιο δράσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συγκρότησε την Ευρωπαϊκή συμμαχία για τις πρώτες ύλες με στόχο να συγκεντρώσει εκπροσώπους της βιομηχανίας, των κρατών μελών, των περιφερειών και της κοινωνίας των πολιτών για τη μείωση της εξάρτηση της Ευρώπης από τον εφοδιασμό πρώτων υλών κρίσιμης σημασίας από τρίτες χώρες.

Διαβάστε εδώ τη συνέντευξη με την εισηγήτρια Isolde Ries.

Επικοινωνία:

Tobias Kolonko

Tηλ. +32 (0)2 282 2003

tobias.kolonko@ext.cor.europa.eu

Share: