Πατήστε εδώ για την αυτόματη μετάφραση του κάτωθι κειμένου.
Οι περιφέρειες δεν πρέπει να αφεθούν να αντιμετωπίσουν μόνες τους το Brexit  

Οι τοπικές και οι περιφερειακές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης «δεν πρέπει να αφεθούν να αντιμετωπίσουν μόνες τους» τις προκλήσεις που δημιουργεί η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, δήλωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών στις 17 Μαΐου σε ψήφισμά της, στο οποίο εκφράζει τις ανησυχίες της σχετικά με την έλλειψη προόδου στις συνομιλίες μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της ΕΕ.

Στο ψήφισμα , το οποίο εγκρίθηκε ομόφωνα, «υπογραμμίζεται» ότι δεν θα πρέπει να δημιουργηθούν δυσπροσπέλαστα σύνορα στη νήσο της Ιρλανδίας. Η ΕτΠ τονίζει επίσης ότι, προκειμένου να «μετριαστεί» ο αντίκτυπος του Brexit στις περιφερειακές οικονομίες, η ΕΕ θα πρέπει να διατηρήσει μια ισχυρή πολιτική περιφερειακής ανάπτυξης, θα μπορούσε να αξιοποιήσει την γεωργική και την αλιευτική πολιτική της και, ενδεχομένως, θα χρειαστεί να θεσπίσει πιο ευέλικτους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων. Η ΕτΠ καλεί επίσης την Ευρωπαϊκή Επιτροπή «να αξιολογήσει την πιθανή ανάγκη δημιουργίας ενός ταμείου σταθεροποίησης για τις περιφέρειες που πλήττονται περισσότερο από την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ».

Η ΕτΠ δεν έχει επίσημο ρόλο στις διαπραγματεύσεις, αλλά ορισμένα μέλη της και οι αρχές που εκπροσωπούν θα υιοθετήσουν επίσημες θέσεις εντός των εθνικών νομικών τους πλαισίων, μεταξύ άλλων σχετικά και με θέματα εμπορίου.

Ο κ. Karl-Heinz Lambertz , Πρόεδρος της ΕτΠ, επισήμανε τα εξής: «Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ στις 29 Μαρτίου 2019 ενέχει κίνδυνο δημιουργίας σοβαρών προβλημάτων για τις τοπικές και τις περιφερειακές αρχές σε ολόκληρη την ΕΕ. Μέχρι στιγμής, στο πλαίσιο των συνομιλιών, δεν έχει δοθεί επαρκής έμφαση στις επιπτώσεις του Brexit για τις πόλεις και τις περιφέρειες της Ευρώπης. Επειδή οι ενδείξεις όσον αφορά το μέλλον των σχέσεων Ηνωμένου Βασιλείου-ΕΕ είναι ελάχιστες, οι τοπικές και οι περιφερειακές αρχές δυσκολεύονται να καταρτίσουν σχέδια. Ωστόσο, το σημείο εκκίνησης πρέπει να είναι η αποφυγή δημιουργίας δυσπροσπέλαστων συνόρων στην Ιρλανδία, καθώς και η συνέχιση των προγραμμάτων της ΕΕ ―όπως το PEACE και το Interreg― που έχουν συμβάλει στην οικοδόμηση της ειρήνης μετά τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής».

O κ. Lambertz πρόσθεσε επίσης τα εξής: «Τώρα είναι πλέον η στιγμή να υιοθετηθεί μια πραγματιστική προσέγγιση αφενός στις διαπραγματεύσεις και, αφετέρου, στον προϋπολογισμό της ΕΕ μετά το Brexit. Αντ’ αυτού, διατυπώνονται προτάσεις περικοπής των σημαντικότερων κονδυλίων μας για την αλληλεγγύη και τις επενδύσεις ―δηλ. της πολιτικής συνοχής― ενώ, συγχρόνως, απομένει να καταδειχθεί ότι οι κοινωνικοί, γεωργικοί και αλιευτικοί πόροι θα χρησιμοποιηθούν για να μετριάσουν τις επιπτώσεις του Brexit.»

Ο Πρόεδρος κ. Lambertz και οι εκπρόσωποι των πέντε πολιτικών ομάδων της ΕτΠ θα επισκεφτούν το Δουβλίνο στις 22 Μαΐου και, εν συνεχεία, στις 23 Μαΐου, θα μεταβούν στη Βόρεια Ιρλανδία για να συναντήσουν εκπροσώπους της Ένωσης Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των τοπικών επιχειρήσεων, και παράλληλα θα πραγματοποιήσουν επίσκεψη στα σύνορα.

Μια έρευνα που διεξήγαγε η ΕτΠ μεταξύ των μελών της και μια άλλη έρευνα που διενήργησε η Eurochambres σε ένα ευρύτερο φάσμα τοπικών και περιφερειακών αρχών και εμπορικών επιμελητηρίων σε ολόκληρη την επικράτεια της ΕΕ καταδεικνύουν ότι, πέρα από το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία αναμένεται να δεχθεί βαρύ οικονομικό πλήγμα λόγω του Brexit. Στις έρευνες ―και σε μια πανεπιστημιακή μελέτη που έχει αναθέσει προς εκπόνηση η ΕτΠ― διαπιστώθηκε ότι ορισμένες άλλες ιδιαίτερα ευάλωτες περιφέρειες βρίσκονται στη Γερμανία, στις Κάτω Χώρες, στο Βέλγιο και στη Γαλλία. Από τις εργασίες της ΕτΠ προκύπτει επίσης ότι η πλειονότητα των περιφερειών δεν έχει καταφέρει, μέχρι στιγμής, να αξιολογήσει τον πιθανό αντίκτυπο της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου, ιδίως λόγω της αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει τις διαπραγματεύσεις και τη μελλοντική σχέση Ηνωμένου Βασιλείου-ΕΕ.

Η χαρτογράφηση του αντίκτυπου της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit) απορρέει από μια δέσμευση που ανέλαβε η ΕτΠ σε ένα ψήφισμά της που υιοθετήθηκε τον Μάρτιο του 2017 , σύμφωνα με την οποία «[η ΕτΠ] θα επιδιώξει ενεργά την ενίσχυση του διαλόγου με τις τοπικές και τις περιφερειακές αρχές που επηρεάζονται περισσότερο από την εν λόγω διαδικασία, προκειμένου να παρασχεθεί στον διαπραγματευτή της ΕΕ πλήρης εικόνα της εξελισσόμενης κατάστασης σε τοπικό και σε περιφερειακό επίπεδο».

Σημειώσεις υπόψη της συντακτικής ομάδας:

Στο «Ψήφισμα σχετικά με τον αντίκτυπο της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις τοπικές και περιφερειακές αρχές της ΕΕ», που υιοθέτησε η ΕτΠ στις 17 Μαΐου, αλλά και στις σχετικές τροπολογίες, εξετάζεται ένα ευρύ φάσμα οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών θεμάτων όσον αφορά την αναμενόμενη αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνεται και η θέση των πολιτών της ΕΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο καθώς και των Βρετανών πολιτών στην ΕΕ, για τους οποίους η ΕτΠ ζητεί «εγγυήσεις ότι οι μελλοντικές αλλαγές πολιτικής στα κράτη μέλη της ΕΕ ή στο Ηνωμένο Βασίλειο “δεν θα θέσουν τα δικαιώματα αυτά” σε κίνδυνο». Σε αυτά τα δικαιώματα συμπεριλαμβάνονται το «δικαίωμα στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και η αμοιβαία αναγνώριση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης». Στο εν λόγω ψήφισμα αναδεικνύονται συγκεκριμένα οικονομικά θέματα σχετικά με τους λιμένες, το Γιβραλτάρ και τις «εξόχως απόκεντρες περιφέρειες» της ΕΕ, των οποίων η «τεράστια εξάρτηση» από την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου μπορεί να απαιτήσει τη λήψη «ειδικών μέτρων». Στο ψήφισμα εξετάζεται επίσης η πιθανή φύση της μελλοντικής σχέσης της ΕΕ με το Ηνωμένο Βασίλειο. Σε αυτό προτείνεται ότι οι τοπικές και οι περιφερειακές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου θα μπορούσαν να συμμετάσχουν, ακριβώς όπως οι ομόλογοί τους από τη Νορβηγία και την Ισλανδία, σε προγράμματα συνεργασίας, ενώ, παράλληλα, επισημαίνεται ότι ορισμένοι υφιστάμενοι μηχανισμοί της ΕΕ ΄―όπως, λόγου χάρη, οι μακροπεριφερειακές στρατηγικές και οι Ευρωπαϊκοί Όμιλοι Εδαφικής Συνεργασίας― θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν προκειμένου να διευκολυνθεί η συνεργασία με τους δήμους και τις περιφέρειες του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι προτάσεις αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος μιας «φιλόδοξης συμφωνίας που θα θεσπίζει μια πραγματική εταιρική σχέση μεταξύ της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου και θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις». Η ΕτΠ σημειώνει, επίσης, ότι «είναι προς το συμφέρον των τοπικών και περιφερειακών αρχών στην ΕΕ-27 να επιτραπεί στο Ηνωμένο Βασίλειο να συμμετέχει και να συνεισφέρει οικονομικά σε ορισμένα ενωσιακά προγράμματα, ιδίως στους τομείς της εκπαίδευσης, του πολιτισμού, της έρευνας, της καινοτομίας», να συνεργάζεται με τους συναφείς οργανισμούς της ΕΕ και να διατηρήσει μια «στενή σχέση όσον αφορά την ασφάλεια και τη διαχείριση των συνόρων και της μετανάστευσης». Η ΕτΠ, η οποία έχει συγκροτήσει μια διαπεριφερειακή ομάδα για τις περιφέρειες που πλήττονται αμεσότερα από το Brexit, εκφράζει την πεποίθησή της ότι «[η ΕτΠ] βρίσκεται στην πλέον κατάλληλη θέση για να επινοήσει και να εφαρμόσει θεσμικούς μηχανισμούς με στόχο την προώθηση τακτικών διαβουλεύσεων και επαφών με τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα αποκεντρωμένα κοινοβούλια και τις συνελεύσεις του Ηνωμένου Βασιλείου».

• Στο υπό εξέταση ψήφισμα αναπτύσσεται μια προγενέστερη θέση που υιοθετήθηκε από την ΕτΠ τον Μάρτιο του 2017, κατόπιν ομιλίας και συζήτησης με τον επικεφαλής διαπραγματευτή της ΕΕ, Ευρωπαίο Επίτροπο κ. Michel Barnier. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 14 μηνών, η ΕτΠ πραγματοποίησε μια σειρά ερευνών ανάμεσα στα μέλη της, στις τοπικές και τις περιφερειακές αρχές και στα τοπικά εμπορικά επιμελητήρια και, επίσης, ανάθεσε την εκπόνηση μελέτης με θέμα τις επιπτώσεις του Brexit για τις περιφερειακές οικονομίες. Επιπλέον, διεξήγαγε δίωρη συζήτηση σχετικά με το Brexit στις 30 Νοεμβρίου, ενώ πραγματοποίησε πολιτικές διαβουλεύσεις με τους πολιτικούς ομόλογούς της στην Αγγλία, στην Ουαλία, στη Σκωτία και στη Βόρεια Ιρλανδία, καθώς και συζητήσεις εντός της ΕΕ-27.

• Τα θέματα που η ΕτΠ επιθυμεί να εξεταστούν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της ΕΕ αναλύθηκαν στο ψήφισμα του Μαρτίου 2017, σε συνδυασμό με μια γενική απαίτηση ότι «δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία μεταξύ μιας τρίτης χώρας και της ΕΕ, η οποία να είναι προτιμότερη από την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ». Η ΕτΠ απευθύνει έκκληση για «προσωρινές ρυθμίσεις για την ελαχιστοποίηση τυχόν διαταραχής των υφιστάμενων μακροχρόνιων έργων Ε&Α και, κατ’ επέκταση, των τοπικών οικονομιών» και ζητεί «να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις πιθανές διευθετήσεις για τον μετριασμό των επιπτώσεων σε όλες τις ενδιαφερόμενες περιφέρειες και τοπικές αρχές». Ζητεί επίσης διευκρινίσεις σχετικά με το «κατά πόσον τα τρέχοντα ενεργειακά έργα του Ηνωμένου Βασιλείου, ιδίως εκείνα που έχουν δρομολογήσει οι τοπικές και οι περιφερειακές αρχές ή εκείνα που είναι προσανατολισμένα προς αυτές με σκοπό τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και τη βιώσιμη παροχή ενέργειας, θα παραμείνουν επιλέξιμα για χρηματοδότηση από τον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη», το ΕΤΣΕ και την ΕΤΕπ». Σε ό,τι αφορά τα προγράμματα της ΕΕ για τη νεολαία, την εκπαίδευση και την Ε&Α, η ΕτΠ προτρέπει τους διαπραγματευτές «να εξετάσουν ενδεδειγμένες λύσεις σύμφωνα με τη λεγόμενη προσέγγιση «χώρες-εταίροι», η οποία προβλέπει τη συμπερίληψη τρίτων χωρών βάσει διμερών συμφωνιών με την ΕΕ». Υπογραμμίζεται, επίσης, ότι η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα μπορούσε να αποτελέσει «ευκαιρία για την οικοδόμηση μιας δικαιότερης, καλύτερης και περισσότερο συμμετοχικής ΕΕ», καθώς και «ευκαιρία για τη ριζική μεταρρύθμιση του προϋπολογισμού της ΕΕ, με συνεκτίμηση των αναγκών των τοπικών και των περιφερειακών αρχών».

Επικοινωνία:

Andrew Gardner

Τηλ. +32 473 843 981

andrew.gardner@cor.europa.eu