Πατήστε εδώ για την αυτόματη μετάφραση του κάτωθι κειμένου.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να μεταρρυθμίσει την οικονομική της διακυβέρνηση μετά την κρίση της νόσου COVID-19  

Οι δήμοι και οι περιφέρειες ζητούν επανεξέταση της οικονομικής διακυβέρνησης, η οποία θα ενθαρρύνει την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση, θα προωθεί τις δημόσιες επενδύσεις και θα προσδίδει μεγαλύτερη δημοκρατική νομιμότητα στο εγχείρημα της ΕΕ

Οι τοπικές και οι περιφερειακές αρχές τονίζουν την ανάγκη δημοσιονομικής ευελιξίας με στόχο την προαγωγή της ανάκαμψης και της ανθεκτικότητας μετά την τρέχουσα κρίση της νόσου COVID-19. Η γενική ρήτρα διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) —που ενεργοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2020 για πρώτη φορά στην ιστορία της ζώνης του ευρώ— και το προσωρινό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων σε επίπεδο ΕΕ θα πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν έως ότου σταθεροποιηθεί η οικονομική κατάσταση στην Ευρώπη. Το παρόν αίτημα περιλαμβάνεται σε γνωμοδότηση που καταρτίστηκε από τον Elio di Rupo (BE/PES) και παρουσιάστηκε σήμερα στη σύνοδο ολομέλειας της Επιτροπής των Περιφερειών (ΕτΠ).

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης έχει μείζονες συνέπειες σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης και, ειδικότερα, στις τοπικές και τις περιφερειακές αρχές που είναι υπεύθυνες για σχεδόν το ένα τρίτο των δημόσιων δαπανών και για πάνω από το ήμισυ των δημόσιων επενδύσεων στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ευρείες διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών μελών. Στη γνωμοδότηση με θέμα Επανεξέταση της οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία καταρτίστηκε από τον Πρωθυπουργό της Βαλονίας Elio Di Rupo (BE/PES), υπογραμμίζεται ότι, σε αυτή τη μεταρρύθμιση, πρέπει να συνυπολογιστεί η αυξημένη ανάγκη για επενδύσεις και δημόσιες δαπάνες που απαιτούνται για τη στήριξη της μετάβασης στους καίριους τομείς της υγείας, των τροφίμων, των μεταφορών, της ψηφιακής τεχνολογίας και της ενέργειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι απαιτούνται πρόσθετες επενδύσεις ύψους 260 δισ. ευρώ ετησίως (περίπου 1,7% του ΑΕγχΠ της ΕΕ) για την επίτευξη των κλιματικών και των ενεργειακών στόχων έως το 2030.

«Η κρίση της νόσου COVID-19 έχει προκαλέσει ένα άνευ προηγουμένου οικονομικό, κοινωνικό και δημοσιονομικό τσουνάμι. Οι πολίτες της ΕΕ υποφέρουν τρομερά από τις επιπτώσεις της πανδημίας. Επιθυμία μας είναι, επομένως, να επανεξεταστεί η ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση και να προσαρμοστεί στις πραγματικές συνθήκες των εδαφικών περιοχών και των περιφερειών μας. Όταν η πανδημία τεθεί υπό έλεγχο, δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην προτέρα κατάσταση, ούτε να συνεχίσουμε σαν να μην συνέβη τίποτα», υπογράμμισε ο εισηγητής Elio Di Rupo.

Τα μέλη της ΕτΠ πιστεύουν ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης ευθύνεται εν μέρει για την απότομη πτώση των δημοσίων επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν μετά από την κρίση της ευρωζώνης, καθώς δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τη διάκριση μεταξύ τρεχουσών και επενδυτικών δαπανών. Μεταξύ του 2009 και του 2018, οι συνολικές δημόσιες επενδύσεις στην ΕΕ μειώθηκαν κατά 20% (ως ποσοστό του ΑΕγχΠ). Οι επενδύσεις εκ μέρους των τοπικών και των περιφερειακών αρχών μειώθηκαν κατά σχεδόν 25% και κατά 40%, ή και περισσότερο, σε πολλά από τα κράτη μέλη που επλήγησαν περισσότερο από την κρίση.

Η ΕτΠ υποστηρίζει σταθερά ότι οι δημόσιες δαπάνες που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη και οι τοπικές και οι περιφερειακές αρχές για τη συγχρηματοδότηση των διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό του ελλείμματος που ορίζεται στο ΣΣΑ. Πράγματι, αυτές οι δαπάνες είναι, εξ ορισμού, επενδύσεις γενικού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, με αποδεδειγμένο αποτέλεσμα μόχλευσης στο πεδίο της βιώσιμης ανάπτυξης.

Το πρώτο πανευρωπαϊκό Ετήσιο Περιφερειακό Και Τοπικό Βαρόμετρο , που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου: η κρίση πλήττει τα έσοδα των υποεθνικών αρχών, με ένα επικίνδυνο «άνοιγμα της ψαλίδας» μεταξύ αυξανόμενων δαπανών και μειούμενων εσόδων. Επιπλέον, κοινή έρευνα της ΕτΠ και του ΟΟΣΑ κατέδειξε ότι, ήδη τον Ιούλιο, 13% των υποεθνικών αρχών είχαν ήδη αιτηθεί πρόσθετη ενωσιακή χρηματοδότηση και 49% εξέταζαν το ενδεχόμενο να το πράξουν για να αντιμετωπίσουν την κρίση.

Η γνωμοδότηση που καταρτίστηκε από τον κ. Di Rupo συζητήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου κατά την πρώτη πλήρως εξ αποστάσεως σύνοδο ολομέλειας της Επιτροπής των Περιφερειών (ΕτΠ), με τη συμμετοχή της Margarida Marques (PT/S&D), μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό της ΕτΠ, τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών επί των τροπολογιών και επί του τελικού κειμένου της γνωμοδότησης θα ανακοινωθούν στις 10 Δεκεμβρίου, στο τέλος της συνόδου ολομέλειας.

Επικοινωνία:

Matteo Miglietta

Tηλ. +32 470 895 382

matteo.miglietta@cor.europa.eu