Πατήστε εδώ για την αυτόματη μετάφραση του κάτωθι κειμένου.
Από το αγρόκτημα στο πιάτο: μετάβαση προς ένα βιώσιμο και ανθεκτικό σύστημα τροφίμων στην ΕΕ  

Σε αυτή τη συνέντευξη, ο Guido Milana (IT/PES) απαντά σε πέντε ερωτήσεις σχετικά με τη νέα στρατηγική, με τίτλο «Από το αγρόκτημα στο πιάτο» , για ένα δίκαιο, υγιές και φιλικό προς το περιβάλλον σύστημα τροφίμων στην ΕΕ. Ο δημοτικός σύμβουλος Olevano Romano και πρώην μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ζητεί ριζική αλλαγή στην παραγωγή και την κατανάλωση τροφίμων, ξεκινώντας από τη μετάβαση προς πιο οικολογικά συστήματα παραγωγής που τηρούν τις αρχές της βιοποικιλότητας και της οικολογίας. Ο εισηγητής της γνωμοδότησης με θέμα «Από το αγρόκτημα στο πιάτο: η τοπική και περιφερειακή διάσταση» υπογραμμίζει ότι η πανδημία COVID-19 καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη μετάβασης προς ένα πιο βιώσιμο και ανθεκτικό σύστημα τροφίμων. Η γνωμοδότηση αναμένεται να εγκριθεί κατά τη διάρκεια της συνόδου ολομέλειας του Δεκεμβρίου 2020 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών.

Η στρατηγική με τίτλο «Από το αγρόκτημα στο πιάτο» προτείνει φιλόδοξους στόχους όσον αφορά τη μείωση της χρήσης φυτοφαρμάκων, χημικών λιπασμάτων και αντιμικροβιακών ουσιών, καθώς και την επίτευξη του στόχου για βιολογική καλλιέργεια μεριδίου τουλάχιστον 25% των γεωργικών εκτάσεων, ούτως ώστε να προαχθεί η μετάβαση σε βιώσιμα συστήματα τροφίμων. Είναι εφικτοί αυτοί οι στόχοι, λαμβανομένου υπόψη του προβλεπόμενου ρυθμού αύξησης του πληθυσμού;

Τα συστήματα τροφίμων ευθύνονται για το ένα τρίτο περίπου των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τα οποία προέρχονται κυρίως από τη γεωργική παραγωγή. Η μείωση των ανθρακούχων εκπομπών από τη γεωργία αποτελεί ασφαλώς προτεραιότητα. Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέπουμε τις κλιματικές επιπτώσεις όλων των άλλων τομέων παραγωγής τροφίμων, όπως η συσκευασία, η μεταποίηση και η διανομή. Είναι επομένως σημαντικό η στρατηγική «Από το αγρόκτημα στο πιάτο» να προτείνει φιλόδοξους στόχους για τη μείωση των ρύπων. Πρέπει να κατευθύνουμε αποτελεσματικά τα συστήματα παραγωγής προς φιλικότερες για το περιβάλλον μορφές που σέβονται τις αρχές της βιοποικιλότητας και της οικολογίας. Χρειαζόμαστε ριζική αλλαγή στην παραγωγή και την κατανάλωση τροφίμων και ισχυρή συμμαχία μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών. Ωστόσο, δεν μπορούμε να πραγματοποιήσουμε αυτή τη μεταστροφή εν μία νυκτί, ιδίως εάν δεν εξασφαλίσουμε επαρκή βοήθεια στους υφιστάμενους παραγωγούς προκειμένου να αλλάξουν τις τρέχουσες πρακτικές παραγωγής προς όφελος άλλων, πιο βιώσιμων, με γνώμονα τις νέες αγροοικολογικές πρακτικές. Πάνω απ’ όλα, πρέπει να συνεχίσουμε τις ροές χρηματοδότησης για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης, έτσι ώστε να διασφαλίσουμε μια βιώσιμη μετάβαση. Συγχρόνως, χρειαζόμαστε μια στρατηγική εστίαση στην έρευνα και την ανάπτυξη. Ουσιαστικά, απαιτούνται όχι μόνο κυρώσεις και περιορισμοί, αλλά και μια δέσμη συντονισμένων πολιτικών για την προώθηση περιβαλλοντικά και κοινωνικά βιώσιμων μορφών παραγωγής, οι οποίες θα αμείβονται επίσης δεόντως.

Πώς θα πρέπει η κοινή γεωργική πολιτική να στηρίξει τις κλιματικές και περιβαλλοντικές φιλοδοξίες της στρατηγικής «Από το αγρόκτημα στο πιάτο» και της στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα;

Η κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ) αποτελεί βασικό εργαλείο για την εφαρμογή, αφενός, της στρατηγικής «Από το αγρόκτημα στο πιάτο» και, αφετέρου, της στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα. Σκοπός της ΚΓΠ είναι να εξασφαλίσει την οικονομική προστασία των παραγωγών και να διευκολύνει την ασφαλή πρόσβαση σε γεωργικές εκτάσεις, ιδίως για τους πιο ευάλωτους μικρούς και μεσαίους παραγωγούς. Αναμένεται επίσης να εξασφαλίσει κατάλληλα συστήματα παροχής κινήτρων για να παροτρύνει τους γεωργούς να στραφούν προς πιο οικολογικές πρακτικές. Η έλλειψη φιλοδοξίας κατά την πρόσφατη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ είναι λυπηρή, ιδίως υπό το πρίσμα των κλιματικών και περιβαλλοντικών στόχων της στρατηγικής «Από το αγρόκτημα στο πιάτο». Οι κλιματικοί και περιβαλλοντικοί στόχοι δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς επαρκείς πόρους και εκτεταμένες επενδύσεις στη βιώσιμη παραγωγή. Η ΚΓΠ πρέπει να ευθυγραμμιστεί καλύτερα με τη στρατηγική «Από το αγρόκτημα στο πιάτο», όχι μόνο από περιβαλλοντική σκοπιά, αλλά και από τη σκοπιά του διεθνούς εμπορίου και των τομεακών πολιτικών και μέσων. Επιπλέον, πρέπει επίσης να αναθεωρήσουμε τους στόχους της κοινής αλιευτικής πολιτικής (ΚΑΠ) προκειμένου να αλλάξουμε το σύστημα των εισφορών και να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη θάλασσα ως μείζονα περιοχή προς καλλιέργεια και όχι ως ορυχείο από το οποίο απλώς αφαιρούνται οι αλιευτικοί πόροι.

Πώς μπορούν οι τοπικές και οι περιφερειακές αρχές να συμβάλουν στην οικοδόμηση πιο βιώσιμων συστημάτων τροφίμων; Θα μπορούσατε να μοιραστείτε μαζί μας παραδείγματα πρωτοβουλιών που έχουν δρομολογηθεί σε τοπικό επίπεδο;

Το τοπικό και το περιφερειακό επίπεδο διακυβέρνησης αποτελούν γόνιμα δοκιμαστήρια. Ανέκαθεν βρίσκονταν ένα βήμα μπροστά από τις ευρωπαϊκές στρατηγικές και αξίζουν να τους δοθεί τώρα δυνατότητα μεγαλύτερης συμμετοχής. Εδώ και δεκαετίες, οι τοπικοί και οι περιφερειακοί φορείς σε ολόκληρη την ΕΕ, αλλά και σε διεθνές επίπεδο, εφαρμόζουν ενεργά τοπικές πολιτικές για τα τρόφιμα, με τη δημιουργία συμβουλίων πολιτικής για τα τρόφιμα ή ακόμη και βιοπεριφερειών. Οι δήμοι και οι περιφέρειες έχουν καταδείξει ότι μπορούν να χρησιμοποιούν τοπικά και περιφερειακά εργαλεία σχεδιασμού και ολοκληρωμένες τοπικές πολιτικές για να ενθαρρύνουν μορφές αστικής γεωργίας, βραχείες αλυσίδες εφοδιασμού και περιφερειακές αγορές, δρομολογώντας τη βιώσιμη προμήθεια τοπικών, εποχικών και βιολογικών τροφίμων σε δημόσιες καντίνες, πέραν των πρωτοβουλιών διαπαιδαγώγησης και ευαισθητοποίησης του κοινού για τη βελτίωση των τοπικών συστημάτων τροφίμων. Τα κράτη μέλη και η ΕΕ θα πρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμα των δήμων και των περιφερειών και να συνεργαστούν μαζί τους για τη διάδοση των αναδυόμενων ορθών πρακτικών σε τοπικό επίπεδο. Η επικοινωνία, η υποστήριξη και η αμοιβαία μάθηση μεταξύ όλων των επιπέδων διακυβέρνησης είναι περισσότερο αναγκαίες από ποτέ. Λόγου χάρη, θα θέλαμε η στρατηγική που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να χρησιμοποιήσει ως παράδειγμα ορισμένα συμμετοχικά μοντέλα, όπως τα συμβούλια πολιτικής για τα τρόφιμα που έχουν συσταθεί σε πολλές τοπικές και περιφερειακές αρχές.

Τα σημερινά πρότυπα κατανάλωσης τροφίμων δεν είναι βιώσιμα, ούτε από την άποψη της υγείας ούτε από την άποψη του περιβάλλοντος. Πώς μπορεί να διορθωθεί αυτό; Εναπόκειται αποκλειστικά και μόνο στους καταναλωτές να αλλάξουν τη διατροφή τους;

Οι πρακτικές κατανάλωσης αποτελούν σημαντική κινητήρια δύναμη για τη διαφοροποίηση των συστημάτων τροφίμων. Διαπιστώνουμε ότι συντελούνται ήδη αλλαγές. Πολύ περισσότεροι καταναλωτές επιδεικνύουν μεγαλύτερη προσοχή και κριτική στάση απέναντι στις καταναλωτικές τους επιλογές. Ωστόσο, είναι σημαντικό να απομακρυνθούμε από την τροφοδοσία μόνο ενός περιορισμένου τμήματος του πληθυσμού και να διασφαλίσουμε την πρόσβαση όλων σε υγιεινές και πολιτιστικά ενδεδειγμένες διατροφικές επιλογές. Δεν είναι αποδεκτό όσοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν «υγιεινά» τρόφιμα να είναι υποχρεωμένοι να καταναλώνουν ανεπαρκή ή υπερμεταποιημένα τρόφιμα. Πρέπει να υπερασπιστούμε το δικαίωμα πρόσβασης όλων σε υγιεινά και βιώσιμα τρόφιμα. Οι καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των πλέον ευάλωτων εξ αυτών και των νεότερων γενεών, χρειάζονται την υποστήριξή μας, με τη μορφή διαπαιδαγώγησης και παροχής αξιόπιστων και διαφανών πληροφοριών, καθώς και κινήτρων για τη μεταβολή των καταναλωτικών προτύπων. Εντούτοις, πρέπει επίσης να ενθαρρύνουμε και να στηρίξουμε την αλλαγή υιοθετώντας μια ολιστική θεώρηση του συστήματος παραγωγής τροφίμων και ενθαρρύνοντας την παραγωγή και τη διάθεση υγιεινών και οικονομικά προσιτών τροφίμων στην αγορά. Απαιτούνται επίσης μέτρα κοινωνικής προστασίας, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στις πιο ευάλωτες ομάδες να κάνουν τις δικές τους υγιεινές διατροφικές επιλογές.

Πώς επηρεάζει η πανδημία τα τοπικά και τα περιφερειακά συστήματα τροφίμων; Ποιες βασικές πρωτοβουλίες και μέτρα έχουν εφαρμοστεί για την ενίσχυση των τοπικών και των περιφερειακών συστημάτων τροφίμων ως απάντηση στην τρέχουσα κρίση;

Η πανδημία έχει ασφαλώς προκαλέσει ρήγματα και βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες αλλαγές στα τοπικά και τα παγκόσμια συστήματα τροφίμων. Πολλά είναι αυτά που μπορεί να πει κανείς για τις επιπτώσεις της κρίσης. Μία από τις σημαντικότερες συνέπειές της είναι η επίταση των ανισοτήτων όσον αφορά την πρόσβαση στα τρόφιμα, καθώς και η εκθετική αύξηση του αριθμού των πολιτών που υποφέρουν από οικονομική φτώχεια. Η κατάσταση αυτή απαιτεί επειγόντως τη λήψη μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της ανάληψης δράσης από τις τοπικές αρχές και τον τριτογενή τομέα για τη διασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας. Όπως διαπιστώσαμε κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, τα συστήματα τροφίμων υπόκεινται σε κύκλους κρίσης που δοκιμάζουν την ανθεκτικότητά τους. Η πανδημία COVID-19 καθιστά ακόμη πιο επείγον να καταβληθούν προσπάθειες για ένα πιο βιώσιμο και ανθεκτικό σύστημα τροφίμων. Βραχυπρόθεσμα, πρέπει να εξασφαλίσουμε χρηματοδότηση και στήριξη ώστε να ανακάμψουμε από την κρίση με στοχευμένο και στρατηγικό τρόπο, χωρίς όμως να ξεχνούμε την ανάγκη ενός μακροπρόθεσμου οράματος για την επίτευξη αλλαγών. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι υπάρχουν πολύτιμα διδάγματα που πρέπει να αντληθούν από την κρίση της νόσου COVID-19. Οι τοπικές αρχές έχουν καταδείξει ότι πολλοί πολίτες επωφελήθηκαν από τις βραχείες αλυσίδες εφοδιασμού και τα υγιεινά τρόφιμα και αφιέρωσαν περισσότερο χρόνο κατά την περίοδο της καραντίνας στη μαγειρική και στην εκτέλεση σπιτικών συνταγών. Ελπίζουμε να συνεχιστούν αυτές οι υγιεινές πρακτικές, ή ακόμη και να ενισχυθούν, μετά την κρίση της νόσου COVID-19.

Στοιχεία επικοινωνίας της Υπηρεσίας Τύπου : pressecdr@cor.europa.eu

Share: