Πατήστε εδώ για την αυτόματη μετάφραση του κάτωθι κειμένου.
Η ΕΕ οφείλει να καταπολεμήσει την παραπληροφόρηση σε τοπικό και σε περιφερειακό επίπεδο  
Οι τοπικοί και οι περιφερειακοί πολιτικοί εκφράζουν την απογοήτευσή τους από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και ζητούν από την ΕΕ να συνδράμει την κοινωνία των πολιτών και την τοπική αυτοδιοίκηση για τον εντοπισμό της παραπληροφόρησης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εξασφαλίσει «επειγόντως» τη συμμετοχή των τοπικών και των περιφερειακών αρχών στις προσπάθειες για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης, όπως υποστηρίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών σε έκθεση που εγκρίθηκε στις 5 Δεκεμβρίου. Η συνέλευση των τοπικών και των περιφερειακών πολιτικών της ΕΕ κάλεσε επίσης την ΕΕ να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης προκειμένου να αντιδρούν ταχύτερα, αποτελεσματικότερα και καταλληλότερα στην παραπληροφόρηση.

Οι τοπικοί και οι περιφερειακοί ηγέτες διατύπωσαν με δική τους πρωτοβουλία συστάσεις επί του σχεδίου δράσης της ΕΕ για την παραπληροφόρηση και, ως εκ τούτου, οι προτάσεις τους δεν αποτελούν μέρος της επίσημης διαδικασίας επανεξέτασης της ΕΕ. Ωστόσο, η μονομερής τους απόφαση να αποστείλουν τις παρατηρήσεις τους στα θεσμικά όργανα της ΕΕ που είναι αρμόδια για τη λήψη αποφάσεων λήψης αποφάσεων καταδεικνύει τη σημασία που αποδίδουν στην «τοπικοποίηση» του αγώνα κατά της παραπληροφόρησης, στην άσκηση μεγαλύτερης πίεσης στον ιδιωτικό τομέα και στη διοχέτευση περισσότερων προσπαθειών και πόρων με μέλημα την επαλήθευση των γεγονότων και τη συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών.

Οι συστάσεις καταρτίστηκαν από τον Randel Länts (EE/PES), μέλος του δημοτικού συμβουλίου της αγροτικής κοινότητας Viljandi στη νότια Εσθονία, ο οποίος δήλωσε τα εξής: «Η ΕΕ επικεντρώνεται επί του παρόντος κυρίως στο εθνικό επίπεδο, αλλά η παραπληροφόρηση χρειάζεται να καταπολεμηθεί επίσης στο τοπικό επίπεδο. Στο σχέδιο δράσης που εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2018 δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη το τοπικό και το περιφερειακό επίπεδο, παρότι τα συναφή προβλήματα ξεκινούν συχνά από εκεί. Ορισμένες από τις λύσεις ―όπως η εκπαίδευση, η ενημέρωση και η ενεργοποίηση των πολιτών― πρέπει να δρομολογηθούν επίσης στις περιφέρειες και τις πόλεις μας. Όμως οι περισσότερες τοπικές αρχές δεν διαθέτουν επαρκείς γνώσεις σχετικά με τον τρόπο καταπολέμησης της παραπληροφόρησης, ούτε οικονομικούς πόρους και δεξιότητες. Πρόκειται συνεπώς για έναν τομέα στον οποίο η ΕΕ μπορεί να παρέμβει λέγοντας ότι «υπάρχουν κάποια χρήματα» και να υποστηρίξει ορισμένες προσπάθειες για την οικοδόμηση ικανοτήτων καταπολέμησης της παραπληροφόρησης, εν μέρει μέσω της ανάπτυξης δικτύων ελεγκτών πραγματικών γεγονότων, καθώς και μέσω της αποζημίωσης των πολιτών-ελεγκτών που έχουν αποδείξει την ακρίβειά τους».

Ο κ. Länts συνέχισε ως εξής: «Υπάρχει επίσης επιτακτική ανάγκη να αποκτήσουν οι δραστηριότητες των εταιρειών κοινωνικής δικτύωσης περισσότερο τοπικό χαρακτήρα. Το προσωπικό τους συνήθως δεν κατανοεί ούτε τη γλώσσα ούτε το πολιτικό και το πολιτιστικό πλαίσιο των εκστρατειών παραπληροφόρησης που εξαπολύονται στις περιφέρειες της ΕΕ. Και, όπως καλά γνωρίζει όποιος έχει προσπαθήσει να καταγγείλει κρούσματα παραπληροφόρησης ή ρητορικής μίσους, οι φορείς εκμετάλλευσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν προσφέρουν καμία ταχεία και αποτελεσματική διαδικασία αναπληροφόρησης. Εάν δεν βελτιώσουν τις επιδόσεις τους οικειοθελώς, οφείλουμε να τους εξαναγκάσουμε να το πράξουν μέσω ενδεδειγμένων κανονιστικών ρυθμίσεων. Αυτό που προτείνει η ΕτΠ είναι μέτρα που να αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα της παραπληροφόρησης, δηλαδή ότι προέρχεται τόσο από εξωτερικές όσο και από εσωτερικές πηγές, ότι θέτει στο στόχαστρό της την τοπική και την εθνική μας ταυτότητα και ότι έχει συχνά έντονο τοπικό χαρακτήρα. Πρέπει να εξαναγκάσουμε τις εταιρείες του διαδικτύου να επιδιώξουν με σοβαρότητα την αντιμετώπιση αυτής της πραγματικότητας ―και οφείλουμε να κάνουμε και εμείς το ίδιο με την καθιέρωση συνεργασίας μεταξύ όλων των επιπέδων διακυβέρνησης, της κοινωνίας των πολιτών, τους ευρέος κοινού και των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης».

Μεταξύ των συστάσεων που αφορούν τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, η ΕτΠ καλεί την ΕΕ να τις υποχρεώσει ―μέσω κανονιστικών ρυθμίσεων ή αυτοδιαχείρισης― να αναλάβουν πολύ περισσότερες δραστηριότητες ενημέρωσης με στόχο την εκπαίδευση των χρηστών όσον αφορά την παραπληροφόρηση και την επαλήθευση των πηγών, την τοποθέτηση των καταχωρίσεων στο ορθό πλαίσιο και την προειδοποίηση των χρηστών σχετικά με τις πηγές παραπληροφόρησης σε προεκλογικές περιόδους και σε περιόδους κρίσης. Οι πλατφόρμες θα μπορούσαν να συμβάλουν στη χρηματοδότηση δικτύων επαλήθευσης των γεγονότων και στην καταβολή αμοιβής σε μεμονωμένους ελεγκτές πραγματικών γεγονότων.

Οι συστάσεις περικλείουν αρχές και ιδέες εστιασμένες στην προστασία των προσωπικών ελευθεριών, την αποτροπή υπερβολικών αντιδράσεων και την εξασφάλιση δημόσιας στήριξης. Η γνωμοδότηση προειδοποιεί ότι «χωρίς επαρκή διαφάνεια, υφίσταται σοβαρός κίνδυνος τα μέτρα για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης να εξουδετερωθούν από εχθρικές εκστρατείες παραπληροφόρησης» και, ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι πρέπει «δίνεται στους πολίτες η δυνατότητα να λαμβάνουν ολοκληρωμένες πληροφορίες και να ενημερώνονται, για παράδειγμα, όσον αφορά την προστασία των δεδομένων, την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και τις χρηματοδοτικές πτυχές». Επισημαίνει δε ότι «η πιθανή διάδοση της παραπληροφόρησης πρέπει να παρακολουθείται συστηματικά και συνεχώς» ―αλλά όχι αδιαλείπτως― και υποδεικνύει ότι αυτή η έντονη παρακολούθηση θα πρέπει να περιορίζεται « σε προεκλογικές περιόδους, καθώς και περιόδους κρίσης και ταχέων κοινωνικών αλλαγών».

Το έργο που επιτελεί η ΕΕ για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης θεμελιώνεται σε τέσσερις πυλώνες: βελτίωση του εντοπισμού της παραπληροφόρησης, συντονισμός των τρόπων αντίδρασης, κινητοποίηση του ιδιωτικού τομέα για την ανάληψη δράσης και ευαισθητοποίηση του κοινού.

Η ανάληψη ενωσιακής δράσης για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης ξεκίνησε το 2015, με τη δημιουργία μιας επιχειρησιακής ομάδας για τη βελτίωση της ικανότητας της ΕΕ να προβλέπει, να αντιμετωπίζει και να αντιδρά σε δραστηριότητες παραπληροφόρησης, για την ενίσχυση του περιβάλλοντος των μέσων ενημέρωσης στα κράτη μέλη της ΕΕ και στις γειτονικές χώρες, καθώς και για την κοινοποίηση των πολιτικών της ΕΕ στις γειτονικές της χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Το πεδίο δράσης της ΕΕ έχει έκτοτε διευρυνθεί και εμβαθυνθεί τόσο από γεωγραφική όσο και από θεματική άποψη. Η συγκέντρωση στοιχείων από ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου το 2017, καθώς και στο πλαίσιο μιας δημόσιας διαβούλευσης, συνέβαλε στην υιοθέτηση μιας προσέγγισης της ΕΕ για την Αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης στο διαδίκτυο , τον Απρίλιο του 2018. Έκτοτε, οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης συμφώνησαν οικειοθελώς σχετικά με έναν κώδικα δεοντολογίας , κατόπιν προειδοποίησης της ΕΕ για τη θέσπιση κανονιστικών ρυθμίσεων ελλείψει ενδεδειγμένων μέτρων. Το σχέδιο δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της παραπληροφόρησης εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2018 και τον Μάρτιο του 2019, η Επιτροπή δημιούργησε ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης ενόψει των ευρωπαϊκών εκλογών που διοργανώθηκαν τον Μάιο του 2019.

Επικοινωνία:

Andrew Gardner

Tηλ. +32 473 843 981

andrew.gardner@cor.europa.eu